Η αρχικά δύσπιστη αντίδραση του Θωμά στα λεγόμενα των υπολοίπων μαθητών, ότι είδαν δηλαδή τον Ιησού αναστημένο, ήταν αναμενόμενη. Η λογική του υπόσταση δεν μπορούσε να δεχτεί χωρίς έλεγχο την Θεότητα του Χριστού και μάλιστα χωρίς την ΕΜΠΕΙΡΙΑ της αναστάσιμης ΣΧΕΣΗΣ. Η άμυνα απέναντι σε κάθε νέο στοιχείο ή διδασκαλία ή πρόσωπο οπισθοχωρεί όταν γνωριστούμε με αυτά και συνδιαλλαχτούμε, όταν συναντηθούμε και δημιουργηθούν σχέσεις στοργής. Τότε δηλαδή που νοιώθουμε το ποιόν του άλλου και αντιλαμβανόμαστε, εμπειρικά πλέον, ότι όχι μόνο δεν μας απειλεί, αλλά είναι και απαραίτητος για την υγιή ανάπτυξη και το διανοητικό-ψυχικό-σωματικό μας μέλλον. Μόνο μέσω μιας τέτοιας ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ (η πίστη είναι μια μορφή πραγματικής συνάντησης) γνωρίζεται πλέον, βιώνεται, επαληθεύεται και η εμπιστοσύνη προς τον Χριστό. Αν μείνει κάποιος σε εγκεφαλικές διεργασίες ορθολογιστικού τύπου, χωρίς να ανοιχτεί προς το πρόσωπό Του και επιτρέψει τη σχέση με Αυτόν, θα παραμείνει το ζήτημα για το Θεό γνωσιολογικό, αναιμικό και πλανεμένο.
Ο Θωμάς είναι ο Απόστολος του Χριστού που ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ, την έρευνα με εμμονή στην Παράδοση. Αρνείται την άκριτη γνώση και η θρησκευτικότητά του θέλει να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Το «πίστευε και μη ερεύνα», απ’ όποιους κι αν διαδόθηκε, δεν έχει στήριγμα ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στη ζωή της Εκκλησίας. Ο Χριστός αντίθετα προτρέπει όλους τους αναζητητές της αλήθειας ως εξής: «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές γιατί νομίζετε ότι σ’ αυτές υπάρχει η αιώνια ζωή. Καλά κάνετε! Όμως η Αγία Γραφή για Μένα μαρτυρεί. Αν στα ιερά σας βιβλία δεν βρείτε Εμένα δεν έχετε κερδίσει τίποτε. ΔΙΟΤΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ». Αυτό είναι το νόημα του Ιωάννη 5,39, στο οποίο ο Χριστός όχι μόνο δεν αρνείται αλλά ενισχύει την έρευνα για Εκείνον, ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΗ. Οι υπαρξιακές αναζητήσεις πρέπει να περιέχουν γνώση, αλλά και συναίσθημα, θέληση, πράξη, πίστη κ.λπ., για να είναι γνήσιες και να οδηγούν στην αλήθεια. Από μόνη της η λογική χωλαίνει, αλλά ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ. Η πίστη είναι προσωπική περιπέτεια που αγγίζει ολόκληρο τον άνθρωπο και ενεργοποιεί όλες τις λειτουργίες του. Είναι ΥΠΕΡΛΟΓΗ, μα όχι παράλογη. Αυτό μας το μαθαίνει πολύ ωραία ο Θωμάς. Ο οποίος ήθελε να βαδίζει σε στέρεο έδαφος και η χριστιανική του πίστη να μην χάνεται σε φανταστικές απογειώσεις.
Ο Θωμάς που ψηλάφησε τον Χριστό και η πίστη του γιγαντώθηκε ΕΜΠΕΙΡΙΚΑ, που μαρτύρησε ως Απόστολός Του δια λογχισμού, αφού κήρυξε στην Περσία και Ινδία, που δεν έμεινε μόνο σε μια πίστη «της παράδοσης και της κληρονομιάς», όπως ακούμε κάποιους να λένε χωρίς να ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν το περιεχόμενό της, εκπροσωπεί ιδιαίτερα τον σύγχρονο άνθρωπο. Η Εκκλησία, σε όσους αμφιβάλουν για την Ανάσταση και Θεότητα του Ιησού ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ και κατανόηση του Χριστού -όπως στον Θωμά, που αν και κυριεύεται από «λογικές» αμφιβολίες, δεν αρνείται αλλά μένει σταθερά στην εκκλησιαστική κοινότητα και περιμένει την αποκάλυψη του Θεού εν τη καρδία αυτού-, το άνοιγμα στην υγιή έρευνα της πίστης, στην ΥΠΕΥΘΥΝΗ ενασχόληση με το μυστήριο του προσώπου Του και με όλες τις Βιβλικές και εξωΒιβλικές παραμέτρους και πληροφορίες που συνοδεύουν τη ζωή Του (τη μοναδική διδασκαλία του, τις προφητείες γι’ αυτόν αλλά και τις προφητείες του ιδίου που πραγματοποιήθηκαν, τα θαύματά του, το μαρτύριο των Αποστόλων και τη μεταστροφή και το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου, τα θαύματα των χιλιάδων αγίων στην ιστορία στο όνομά Του, τη λιτότητα και σοβαρότητα των ευαγγελικών διηγήσεων, την αρχαιολογική επικύρωση των πόλεων, ονομάτων, τίτλων, θεσμών, προσώπων της εποχής Του κ.λπ.).
Η Εκκλησία έχει μάλιστα έτοιμα καί το δρόμο καί τη μέθοδο, για κάθε καλοθελητή που θέλει να συναντηθεί προσωπικά με το Θεό: Τις εντολές του Χριστού, την ταπείνωση, τη νηστεία (έλεγχος των ενστίκτων και των παθών), την έμπρακτη αγάπη, την προσευχή, και ιδίως την μετάνοια και τη Θεία Κοινωνία. Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων, της θέωσης, της σωτηρίας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο (όμως εκκλησιοκεντρικά και όχι ιδιωτικά-υποκειμενικά) ως Λειτουργικό μυστήριο και ΩΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, όχι ως εξωτερική αυθεντία. Ο Ιούδας, που τελικά απομακρύνθηκε από την ενότητα της πίστης και την «οικογένεια» του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, κατέληξε στην χειρότερη αυτοκαταδίκη, διότι εμπιστεύθηκε πλήρως μόνο τον εαυτό του, ΤΗ ΛΑΘΕΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ, όπως και οι Ιουδαίοι αρχιερείς, που προτίμησαν όχι να επι-κοινωνήσουν με τον Χριστό, αλλά να περιχαρακωθούν στη δική τους υποκειμενική ερμηνεία του θρησκευτικού Νόμου. Αποξενώθηκαν έτσι από τη Χάρη Του.
Όπως κάποιος που θέλει να μάθει μουσική, μια ξένη γλώσσα, τη χρήση υπολογιστών, φυσικές επιστήμες κ.α. απευθύνεται στους αρμόδιους δασκάλους, αλλά και εμπιστεύεται το σχολείο, το φροντιστήριο, το Πανεπιστήμιο κ.λπ., έτσι και όποιος θέλει να δει το Θεό (να βρει δηλαδή τον προορισμό του, διότι περί αυτού πρόκειται) οφείλει να εμπιστευτεί τον εαυτό του τόσο στη διδασκαλία και τα βήματα των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας (που είδαν και έπαθαν τα Θεία και δεν γνώρισαν το Θεό μόνο διανοητικά-στοχαστικά), όσο και στην εκκλησιαστική κοινότητα των πιστών, που βιώνει την παρουσία Του. ΑΥΤΗΝ ΑΦΗΣΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ, μέχρι να ξανάρθει, για να κρίνει «ζώντες και νεκρούς». Όπως ο γιατρός εκπροσωπεί τον αυθεντικό εαυτό μας, και όταν ακολουθούμε τις υποδείξεις του είμαστε οργανικά ελεύθεροι (από κάπνισμα, ποτά κ.α.) και υγιείς (μετά από επιτυχή π.χ. επέμβαση), έτσι και ο Χριστός είναι η πλήρης και αυθεντική ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ μας ελευθερία και γιατρειά, διαχρονικά και για την αιωνιότητα.
Κορυφαίο όμως στάδιο της πίστης είναι η αγάπη και κοινωνία με τον Θεό ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΙΔΙΟ και όχι για τα οφέλη που ενδεχομένως θα έχουμε από τη σχέση μαζί Του. Η υγιής σχέση με το Θεό δεν είναι σχέση συμφερόντων, αλλά μοιάζει με τη σχέση παιδιών προς τους γονείς τους, με τη σχέση στενών φίλων μεταξύ τους, με τη σχέση αγαπημένων προσώπων, που αναζητούν ο ένας τον άλλο ακριβώς γιατί αγαπιούνται και δεν επιζητούν τίποτε περισσότερο.