Η δισεγγονή της πιο ανατρεπτικής καλλιτέχνιδας του 20ού αιώνα, της σπουδαίας ηθοποιού Κυβέλης Αδριανού, δημιούργησε μία κιβωτό θεατρικής μνήμης στην Ερμούπολη της Σύρου, το Ινστιτούτο-«Οικία Κυβέλη», θέλοντας να φέρει σε επαφή το κοινό με τη «θάλασσα» της τέχνης που κληρονόμησε. Τη συνάντησα εκεί και η κουβέντα μας γέμισε με τις ιστορίες των μορφών που αποτέλεσαν φωτεινούς φάρους μιας εποχής, σηματοδοτώντας πολλές από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές στην Ελλάδα.

Σερβίτσιο που αγόρασε η Κυβέλη από τη Σμύρνη λίγα χρόνια πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή

Στο γραφείο του Γ. Παπανδρέου σώζονται αντίγραφα του αρχείου και των επιστολών του αλλά και το αυθεντικό μελανοδοχείο του. Στη φωτογραφία, το ζευγάρι στο σανατόριο του Νταβός, όπου ο Παπανδρέου είχε μεταφερθεί για θεραπεία από τη φυματίωση την περίοδο του Μεσοπολέμου
Η Οικία Κυβέλη: Στα τέλη του ’90, σε ένα τυχαίο ταξίδι μου στη Σύρο συνάντησα τον Μάνο Ελευθερίου που μου ανέφερε ότι το θεατρικό ζευγάρι Κυβέλη και Μήτσος Μυράτ έπαιξαν στο θέατρο «Απόλλων» το 1904. Αποφάσισα, λοιπόν, να πουλήσω το σπίτι της μητέρας μου στην Αθήνα και να δημιουργήσω στη Σύρο ένα άτυπο μουσείο της Κυβέλης. Δεν επεδίωξα ποτέ να είναι ακαδημαϊκός χώρος, αλλά ένα σπίτι που μπορούμε ταυτόχρονα να το χαιρόμαστε. Δημιούργησα έναν μικρό πυρήνα με αρχιτέκτονες, θεατρολόγους και μουσικολόγους που έπεσαν επάνω στο υλικό φωτογραφιών, αλλά και κάποιων κοστουμιών της Κυβέλης, της γιαγιάς μου Μιράντας Μυράτ, αλλά και της μητέρας μου Κυβέλης Θεοχάρη. Συλλέγοντας τα κομμάτια της οικογένειάς μου, με ενδιέφερε να δέσει αυτή η συνθήκη που άνοιγε σε πολλά ιστορικά πρόσωπα.
Η Κοτοπούλη, ο προπάππους μου Μήτσος Μυράτ που παντρεύτηκε την αδελφή της με την εγκατάλειψη της Κυβέλης, οι θίασοι που έπαιζαν μεταξύ τους με τα παιδιά τους από άλλους γάμους, τα γράμματα του Παπανδρέου λίγες ημέρες πριν από την Καταστροφή της Σμύρνης, αλλά και τα ερωτικά του σημειώματα στην Κυβέλη. Επρεπε να σεβαστούμε αυτό το κομμάτι που δεν ανήκει μόνο στην οικογένειά μου, αλλά σε όλο τον Ελληνισμό.

Μουσικό όργανο από το καφέ Αμάν των αρχών του 20ού αιώνα
.png)
Αντικείμενα από το φουαγιέ του θεάτρου της Κυβέλης. Οι θεατές διάβαζαν το πρόγραμμα στα ειδικά σχεδιασμένα καρεκλάκια
Χαρά & αταξικότητα: Το άρωμα της Κυβέλης ήταν το «Joy» (χαρά, στα ελληνικά). Το πρώτο που πρέπει να γνωρίζει κανείς για την οικογένειά μας είναι η χαρά που είχαν σε ό,τι δημιούργησαν. Η Κυβέλη ήταν ένας χαρούμενος αλλά και σκληρός άνθρωπος, άνετη ακόμα και στο να σε βρίσει για τις βλακείες σου, αλλά ταυτόχρονα και έτοιμη να σου τα συγχωρήσει όλα. Ολοι τής μιλούσαμε στον πληθυντικό. Ξέραμε ότι είναι ιερό τέρας. Ηταν γενναιόδωρη, έκανε τα ωραιότερα τραπέζια και κάθε γεύμα έκλεινε με θεσπέσια γλυκά. Ηθελε τα πάντα να αποτελούν μέρος μιας τελετής. Στο τραπέζι υπήρχε το καλύτερο σερβίτσιο, αυτό που της χάρισε ο Ελευθέριος Βενιζέλος που τον λάτρευε και τον θεωρούσε τον Ιησού Χριστό του γένους.
Φορούσε πολύ επιμελημένα ρούχα ακόμη κι όταν άνοιγε την πόρτα του σπιτιού της, όμως μέσα της δεν υπήρχε καμία ταξικότητα. Μπορεί να αγόραζε ρούχα από διάσημους ξένους οίκους, αλλά στην οικία της διέμενε η μοδίστρα της, η Κυρία Κούλα. Κάθε μεσημέρι φώναζε: «Κούλα, τρώμε! Μάζεψε από την τραπεζαρία αυτά που ράβεις» κι έτρωγαν οι τρεις τους με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η Κυβέλη έλεγε: «Δεν είμαι Ελληνίδα, αλλά Ρωμιά». Με τον Παπανδρέου λάτρευαν τον Γρυπάρη, που είχε μεταφράσει την αρχαία τραγωδία. Ηθελαν τα ελληνικά γράμματα να διεισδύσουν στη ζωή τόσο των πλούσιων όσο και των φτωχών Ελλήνων.
Διαβάστε εδώ την συνέχεια του άρθρου.